Ποίηση
Έχει εκδώσει τα βιβλία:
Βραβείο 'Μάρκου Αυγέρη' της Ετ. Ελλ. Λογοτεχνών.
ΝΑΥΣΙΝ ΑΡΙΣΤΟΙ, ποιήματα (2001)
CD Ανθολογία Ποιημάτων (2004)
Στη Lizete
Δεν ξέρω, πού είσαι θάλασσα, να στρέψω το καράβι,
- να ξεπηδήσω απ' τα νωθρά νερά του ποταμού,
να φύγω, από το μόλο αυτό, που με κρατούν οι κάβοι,
και να βρεθώ σε χάλασμα θαλασσινού καιρού.
- Με το καράβι, εξώθησε και φτάσε απ' τη μεριά μου
και στα δαρμένα κύματα, θε να σ' αναζητώ!
Κι όταν σε ντύσω θάλασσα μετά, με τα σκουτιά μου,
ως θα'σαι κι αξελόγιαστος, θα σ' αρραβωνιστώ.
- Αν είναι αλήθεια, θάλασσα, να στρέψω το καράβι,
φτερά να βάλω πάνω του, κοντά σου να βρεθώ!
Μα ξέρεις ... κάπου, κάποτε, στου ποταμού τη χάρη,
κάποια καλόμορφη γοργό μ' έσυρε στο βυθό.
- Θα νοσταλγώ στα κύματα, εγώ, το ακροθαλάσσι,
κι όταν θα 'ρθείς την άμπωτη, κρώξε φωνή του γλάρου.
- Στις Ατλαντίδες μήνυσα, έχει ο καιρός χαλάσει,
και με γραφίδα σου ιστορώ: Είναι θαμπό του φάρου.
- Στέκουν δυο κόσμοι ανάμεσα, κοχύλια και κοράλλια.
Θα περιμένω πάντοτε, παιδί, του ποταμού.
- Καταμεσής σου, θάλασσα, κοιτώντας με τα κιάλια,
θα λογαριάζω εσένανε στ' αστέρια τ' ουρανού.
- Το γλυκερό μου, πάνωθε στα χείλη σου και πάλι!
Αρχέγονη γεύση γλυκιά, κι αν θέλεις τη παντρεύω.
- Κάτω απ' το φως του φεγγαριού μοιάζεις θάλασσα, ζάλη,
άγνωρος τόπος μακρινός που μέσα ταξιδεύω.
Νηνεμία
Τη θάλασσα διψώ, την θεογόνα,
του στολιστή το χέρι στα βαθιά.
Ας είχα του πελάγου μια σταγόνα,
σπουδή να τήνε κάνω στ' ανοιχτά.
Το βάπτισμα να πάρω του ανέμου,
την δύναμη της βρόχινης ροπής,
η ομίχλη να στραγγίζει απάνωθέ μου,
του ορίζοντα να μένω εραστής.
Στις γέφυρες να βρίσκομαι τα βράδια,
τ' αστέρια ν' αναλάμπουν στις σκιές,
και μέσα στο λυκόφως, τα σκοτάδια
να παίρνουνε παράξενες μορφές.
Ιέρεια, του μύθου κολυμβήθρα,
το κάλεσμα προσμένω στην ακτή.
Με τρίχινο βαφτήρι εδώ που ήρθα,
σταρώνω με τ' αλάτι το κορμί.

Θυμάμαι
Όπου κι αν βρίσκομαι, όπου και να 'μαι,
θέλω ταξίδια και καράβια, να θυμάμαι.
Θέλω του φάρου, τ ' άγιο φως που περιστρέφει,
να μου φωτίζει κάθε σκέψη, που επιστρέφει.
Οσμίζομαι τη θάλασσα, όπως ήταν πρώτα,
και πάλι, σκέφτομαι, του καραβιού τη ρότα.
Καθώς, στη σκέψη βρίσκομαι κοντά του,
νιώθω πρωτόπειρο πουλί, στο πέταγμά του.
Βλέπω, στο σχήμα των συννέφων, κάστρα!
Με φως κατάλαμπρο, τη σελήνη και τ' άστρα.
Καθώς, πολλές οι στιγμές πανωθέ μου,
τα ξέφρενα λόγια θυμάμαι, τ' ανέμου.
Εικόνες άπειρες, που μου θυμίζουν
παλιές φωτογραφίες μου, που κιτρινίζουν.
Που χρόνια τώρα, κρέμονται στον τοίχο,
και φέρουν στοχασμό, σ' ενθύμιο στίχο.
Έτσι ...
Έτσι, όπως θάμπωσε η σελήνη,
με κείνο, το χλωμό - κίτρινο φως ...
Να 'ταν ο πόθος μου κρυφός,
μόνο για κείνη ...?
Έτσι, όπως γνώρισα τ' αστέρια,
και το γαλάζιο χρώμα τ' ουρανού ...
χωρίς αυτή ...?
Έτσι, όπως μίλησα στο γλάρο,
κι απάντησε με μια κραυγή:
Να 'ταν, μαζί μου να σε πάρω,
χωρίς αυτή ...?
Έτσι, όπως στάλαζε η βροχούλα,
και σκέψεις έρχονταν στο νου ...
Nα 'ταν η ανάποδη βαρκούλα,
κάποιου αλλουνού ...?
Κι έτσι, όπως θάμπωνε η σελήνη,
με κείνο, το χλωμό - κίτρινο φως ...
Έγιν' η Θάλασσα καημός ...
Έτσ' είναι κείνη!...
Θύμηση
γιε μου - εσύ, πικρό κομμάτι της ζωής μου, μακρινό...
Σε ποιας Θάλασσας τη μέση, σε ποιαν άκρη αυτού του κόσμου
ταξιδεύεις, και δεν βλέπω πίσω να ΄χεις γυρισμό?
Σαν να μου χτυπάει την πόρτα κάθε θόρυβος που φτάνει
μα στην κάμαρά σου, γιε μου, το κρεβάτι σου αδειανό.
Το κρεβάτι αυτό που στρώνω και χαϊδεύω, - που 'χα 'γιάνει
το κορμάκι σου εκεί πάνω· τώρα μοιάζει νεκρικό.
Θέλω λίγο ν' αγκαλιάσω την ανέγγιχτη ψυχή σου
πριν τα μάτια μου σφαλίσω και δεν έχουν μνήμη πια.
Έλα, εγώ μονάκριβέ μου που καρτέραα τη ζωή σου
και τη στόλιζα με τ' άνθη της ψυχής μου, γιασεμιά.
Πριν η νύχτα χαμηλώσει και μ' αγγίξει το σκοτάδι
και σ' αυτό το εικονοστάσι πια το φως μου σκορπιστεί,
έλα να σ' αγγίξει λίγο της υστέρησης το χάδι,
και της θύμησής σου ο πόνος κάπως μέσα μου σβηστεί.

Άλιος γέρων
Ας υποθέσουμε
Πως ο ήλιος εξώθησε, ή γκρεμίστηκε, πέρα!
- Τι μικροί θα φαινόμασταν των εκείνων στιγμών ...?
Των αστέρων που θα 'σβηνε, η πολύφωτη βέρα,
θα θρηνούσε στα δάχτυλα των λαμπρών ποιητών.
Πως η νύχτα ξεχάστηκε, πως λησμόνησε η μέρα.
Πως η φύσις αντέδρασε σε μια κάποια πληγή.
Πως οι κόρες γεννήθηκαν σε μιαν άκαρπη σφαίρα.
Πως τα δέντρα μαράθηκαν μες στην άνυδρη γη.
Ας υποθέσουμε
Πως τα σπίτια μας πέσανε, πως οι γιοι μας πεθάναν.
Πως αυτοί που γνωρίζαμε, δεν υπάρχουνε πια.
Ίσως, κάποιοι, που μείνανε, να ρωτήσουν: Τι κάναν?
Δείξτε τη μας, την άχρηστη, την εκείνη γενιά.
Πως κι εκείνοι, πεθάνανε. Πως πρωτόζωα ξανάρθαν.
Πως ο ήλιος, λαμπρότερα θα φωτίσει τη γη.
Μα ... Τα μίση, τα πάθη μας, φονικά που ματάρθαν
έτσι, αέναα θα σκόρπιζαν πάλι αυτή τη ζωή...
Ας υποθέσουμε
Πως εσένα, που αγάπησα, να μη θέλουν να υπάρχεις.
Πως οι λέξεις πια στέρεψαν, κι ίσως, ίσως κι εσύ.
Όμως, πάντοτε, Θάλασσα, την αγάπη μου θα 'χεις,
και υποθέτω, θα ζήσουμε, έτσι πάντα μαζί!
Το καράβι
Η νύχτα αυτή, που της αυγής προβόδισε το ντύμα,
λούζει με δάκρυα νοτερά της υγρασίας, καράβι:
Αυτό όπως πλέει μες στην ωχρή λιγόφωτη νεφέλη,
μοιάζει ταξίδι απόκοσμο να προσδοκά, σε αβύσσους.
Σε αυτό το ανέγγιχτο πυκνό και αδιόρατο σκοτάδι,
διασπάει αργά τους μυστικούς και χωροχρόνους κόσμους,
τόσο, που στ' άφθαρτα σημεία των καταρτιών του πάνω,
μνήμες - θηλιές και γογγυσμοί, με μυστικά αχερούσια.
Από τα ξάρτια του γκρεμοί αρχαίων οστέινων κόσμων
με λίθινες συρτές λαλιές, σαν ψαλμωδία δαιμόνων -
με αφορεσμών ονόματα κι αναθεμάτων μίσους,
αυτά τα χάη θανάσιμα διαρρήγνυαν, βρίζοντάς τα.
Πορεύομαι,
τη σύναξη θωρούν, της αθερίνης.
Την Αίθρα ή την Γαλάτεια
σε πύρινες ανάμεσα ηλιαχτίδες.
Την ακύμαντη εμπρός μου Γαλάζια,
την έμβρυα βαθυκύανη άρμη.
Ξυλάρμενα και χάλκινα στον όγκο των αφρών
που σέρνουνε πεισματικοί βοριάδες λαμνοκόποι.
Της βροχής την αντίλαλη πτώση,
τους δαίμονες αφρούς δίχως απόχρωση.
Όσες αγάπησα στο θάμπος του πυρός
μάγισσες κοσμομάντισσες σε ράχες πολυκύμαντες.
Την ξέθωρη γραμμή του ορίζοντα,
τους θύσανους διάφεγγους Διόσκουρους.
Σκιές στο διάμηκες,
στο κιάλι της μπαλέστρας.
Εσπεράνσα
Τη γνώρισα μια Κυριακή μες στη βροχή
κι ήθελα τόσο να της πω μια καλησπέρα,
όταν οι στάλες πέφτανε με τον αέρα
και υγραίναν του προσώπου της κάθε πτυχή.
Είχε μι' αρχέγονη ομορφιά το σώμα της,
κισσός πλεγμένος πέφταν τα μαλλιά της,
το κόκκινο στα χείλη είχε το στόμα της
και κάτι από τα σύννεφα η ματιά της.
Πάνω της, κίτρινο φορούσε το φεγγάρι
και σκουλαρίκι έναν αστέρα λαμπερό.
Έμοιαζε κύμα ζωγραφιάς, ανέμου χάρη!
Είχε τον ήλιο περασμένο στο λαιμό.
Είχε πια φύγει όταν με πήρε το σκοτάδι,
με τη βροχή, προς ένα γκρίζο ουρανό.
Μες στα ταξίδια, είναι ο πόνος και το χάδι,
που ακολουθούν σε κάθε τόπο μακρινό ...
Ένοχές
Νύσταξες, τ' αποτσίγαρο στο χέρι σου. Η ώρα, τρεις.
Απομεινάρια οι ενοχές πλάι στων χειλιών την άκρια.
Λευκές οι αισθήσεις. Ψίθυροι σιωπής, μιας προσευχής
ξόρκιζαν και μυρώνανε κάθε στοιχειό απ' τα δάκρυα.
Λούζεσαι. Ανθός και νίβεσαι σ' ένα ξυράφι φως.
Κρεμάστηκε από των χειλιών το φίλημα η ευχή σου.
Χώρεσε ο χρόνος μια ρωγμή και μου 'γινες σοφός.
Βαρέθηκα τους στοχασμούς και την παράκρουσή σου.
Ξάγρυπνος είμαι. Φίλα με. Προβάρω τ' απεχθές.
Η φλέβα ράγισε από χθες χολή κι άλλη δεν έχω.
Ζεις μες σε κέλυφος σκορπιού που κατοικούσα χθες.
Ξέρω σημάδι. Ρίξε μου, κι εγώ θα σε προσέχω.
Χίλια στιλέτα το κορμί. Θα σε ντυθώ ξανά.
Εγώ. Που εσένα σκέπασα την άδεια μου τη σφαίρα.
Ξημέρωσε. Ας πληρωθώ. Τα όνειρα ακριβά ...
Θέλω, στη μέθη της αυγής. Έλα, μιαν άλλη μέρα ...
Προσήνεμος
- Για σένα, ξάγναντα μια θάλασσα θωρώ
κι ό,τι ωφελεί τη μνήμη μου, σου γράφω.
Το κάθε σύθαμπο χαρώ
και σε καμβά το ράφω.
- Θυμούμαι, τότε που έφευγες ταξίδι σοροκάδα
κι ήρθα μικρό και κάθισα, στην πρύμνη χελιδόνι.
Λεπτουργικά, μαστόρευες μιαν άγνωστη Κυκλάδα,
στου ξύλου το τιμόνι.
- Θυμούμαι, απ' όταν έφυγα με τη βοή του ανέμου,
τις βορινές τις θάλασσες τα πλάσματα σκοτάδια.
Τον αφρισμένο σάλαγο που σπούσε απάνωθέ μου,
θυμούμαι όλα τα βράδια.
Κάθε γραμμή του ορίζοντα τα δίπλατα λιμάνια,
της Κύπρου τα λιθόστρωτα την Δαμασκό στο βάθος.
Την Εσπεράνσα, που έφερνε στο Μπέλεμ τα βοτάνια,
και παρασέρνω λάθος.
Τον μελωδό, που κούρσεψε στο Βίδο απ' τη Σπιανάδα,
έναν μικρόν ανάγλυφο σε στύλο Ποσειδώνα.
Και κάποια νύχτα, σε όνειρο, πως ήρθα στην Ελλάδα
για σε, ξωθιά γοργόνα.
Ομίχλη
Εδώ, για γούστο προσκυνούν πίστης βαθύ γαλάζιο
και προσδοκούν μιας άγνωστης παντιέρας χρώμα!
Εδώ, μεσίστια κρέμομαι κι αλλάζω
στάση το σώμα.
Σινιάλο στείλε μου βροχή, δώσ' μου μήνα το Μάρτη
και φέρε μου μια θάλασσα κι ανάμεσα στα φύκια
βυθό· χιαστή και κρύβεσαι δεμένη στο κατάρτι,
αλήθεια:
πώς αναδύεσαι άλαλη ζωσμένη την ομίχλη;
- Σκιά στο σύννεφο η νυχτιά νύφη στα βράχια η χάση!
- Όπου φεγγάρι αγάπησες απάστραψε η σελήνη
με βιάση!
- Πού ταξιδεύεις θάνατο σωρό πάνω στο κύμα;
- Γονυπετής σε δούλο μου κι οι μάγισσες γοργόνες
θρέφουν φτερά στης πλάτης μου το σχήμα,
για αιώνες.
- Πρόβαλε σήμαντρο ρυθμό στερνά με τη σφυρίχτρα
κι ό,τι διασχίσει ανάμεσα των λιμανιών, δεμένα
μπρος να τα γείρει, αφύλαχτα, τη νύχτα
μιας άγκυρας καδένα!
Γραίγος
- Έλα στην πλώρη να με βρεις
με το φανάρι της θυέλλης.
Από το γκρίζο της νεφέλης
μοιάζεις το φως της λυκαυγής.
Ανέβα πάνω στην ανέμη! - Δες, γυρίζει;
Βίρα την άγκυρα στη μπόμπα τη λειψή.
Αν με το σκόρτσα η ματισιά δεν τη στηρίζει,
βάλε το χέρι στην ανάγκη, το δεξί.
Παίξε σινιάλο με τα φώτα της θυέλλης
και προφυλάξου, απ' τον καιρό που σε χτυπά.
Άμα σε χάσω από το θάμπος της νεφέλης
σε ξαναβρίσκω, στις ακτές του Μακαπά.
Σιέστα σε ρέπι, με μαυλίστρα της Μακούμπα,
ψυχρή, σαν πράσινη γουστέρα του Νεπάλ.
Στο Πόρτο Βέλιο ταξιδεύεις, στη Καρούμπα,
στο Μάτο Γκρόσο, στη Μπραζίλια, στο Νατάλ.
- Μα τι λογιάζεις μες στο βράδυ;
Στέκω της γέφυρας σκοπός!
- Σε βγάζω μέσ' απ' το σκοτάδι,
στο νοερό διάχυτο φως!
Της Θάλασσας και της στεριάς
φύλλα μυρτιάς κι ένα κλωνί βασιλικού.
Κάποια ροδιά, που από μικρός εκεί κοιμόσουνα,
τη φανταζόσουνα σκοπό, παραμυθιού.
Αυτή τη θάλασσα, σου 'λεγα, να τη σκιάζεσαι.
Δεν επιτρέπονται παιχνίδια του μυαλού.
Εδώ 'χει τέρατα - θεριά, κι αυτό να νοιάζεσαι·
δεν έχουν χώρο εδώ, τα αισθήματα του νου.
Εδώ, είν' ο Θάνατος σκοπός, - κοίτα πώς στέκεται ...
Τα παραμύθια εδώ δεν έχουνε χρησμούς.
Ούτε ορισμούς θα βρεις, η μοίρα καθώς πλέκεται,
πάλι ξεπλέκεται, με αέναους χωρισμούς.
Εδώ, χορεύουν τα στοιχειά, κι είν' όλα δύσβατα.
Μαυροντυμένες, είν' οι δόλιες μας ψυχές.
Πού 'ναι το φως? Πού 'ν' της χαράς μας τα δακρύσματα?
Εδώ, φυτεύουμε οικτιρμούς, συνενοχές.
Εδώ, είν ο θόλος, το λημέρι κάθε Θάνατου!
Είν όλοι πάροδοι, με τ' άγρια του θεού.
Εδώ, δεν έφερε κανένας μας τη μάνα του.
Ούτε λιβάνι και καντήλι, στεριανού.
ΙΙ
- Δεν έχει, δέντρα η θάλασσα, κι απάνω τους αηδόνια?
Δεν έχει ανθρώπινες φωνές, χαρές και περιπάτους?
- Δεν έχει, δέντρα και φωνές, περίπατους κι αηδόνια.
Αυτά, που φέρουνε λαλιά, στ' ανθρώπινα δεν μοιάζουν.
- Ούτε σταυρό? Ούτε πομπή? Ούτε κι οσμή λιβάνου?
Ούτε τα μύρα - επτάνησα των λουλουδιών μου, εκείνα ...?
- Ούτε καντούνι να διαβείς, στεριά για να σε δούνε
να σε ξεπροβοδίσουνε, στ' αχώματο μνημούρι.
- Ούτε καμπάνες, σήμαντρα, θ' ακούσω να χτυπάνε?
Ούτ' ένα δέντρο, τόσο δα, να 'χει σκιά η ταφή μου?
- Ούτε σε χλόη μη δροσιστείς, ούτε να την αγγίξεις,
θα στέρξουν τα βαθύρριζα, πριν πάνω της κυλήσεις.
- Ούτ' αδερφός, για να με δει? Παπάς, να με διαβάσει?
Ούτε αγρυπνίας συγχώρεση, μη νιώσω στις αισθήσεις?
Ούτε την πένθιμη κραυγή, της μάνας μοιρολόγι
ν' αφουγκραστώ και μέσα μου, να πάρω στο ταξίδι ...?
- Ούτ' αδερφός, στη θάλασσα, ούτε μητέρα, μπαίνει ...
Ούτε σταυρός, ούτε πομπή, ούτε κι οσμή, λιβάνου.
Σ' αυτήν εδώ, τη θάλασσα, μήτε και Χάρος, μένει ...
Σαν βρεις εξώθυρα να μπεις, δεν βρίσκεις, για να φύγεις ...
IΙΙ
- Εδώ, σ' αυτή τη Θάλασσα, μάτι δε φτάνει ανθρώπου?
- Ούτε κι ανθρώπινες φωνές θ' ακούσεις, να μιλάνε.
Εδώ, μόνο γλαρόπουλα που σιγοτραγουδάνε,
που 'χουν παιδιάτικες φωνές, όμοιες με των αγγέλων.
Εδώ, δεν έχει ένα κλωνί, χορτάρι να πατήσεις,
ούτε παράθυρο ανοιχτό, ρημάδι, λίγο κήπο.
Δεν έχει δρόμο να διαβείς, πόρτα, ν' ακούσεις χτύπο.
Εδώ, η σιωπή είν' ανείπωτη, μόνο αφρισμοί κυμάτων.
Εδώ, δεν έχει να χαρείς, ν' αγαπηθείς, δεν έχει!
Ούτε 'χει μάνα κι αδερφή, κάποιον, να σου μιλήσει.
Μόνο ακατάληπτες φωνές, μόνο θυμοί και μίση.
Εδώ, δεν έχει πεθαμό, μόνο πνιγμό έχει, μόνο...
Άλμπα
- Δροσοσταλάζει ο άνεμος, και στης αυγής τ' αγιάζι
θάλλουν της θάλασσας μικρά, παράξενα λουλούδια ...
- Άκου τον γλάρο, ποιητή, και πες μου, γιατί κράζει
με τούτα τ' ακατάληπτα του μισεμού τραγούδια;
- Πούθε ανεμίζει ο γλάρος σου, με γελαστή την όψη
και σκώπτης μοιάζει, καθώς λες, τραγούδια που πειράζουν;
- Στο ανάγερμα, κάθε φορά στου μαχαιριού την κόψη
μοιάζουν οι τύψεις, θα 'λεγα, σαν γλάροι που μου κράζουν.
- Θες να του ρίξω να πληγεί, να πέσει να χτυπήσει,
ν' αφροκοπά στα κύματα μήπως σ' αναγαλλιάσει;
- Πλερέζα στ' άρμπουρο φορώ κι έχω καιρό κινήσει
μια βυθοκόρο, ψάχνοντας βυθό, να μ' αγκαλιάσει!
- Τον πορτολάνο κράτησε γερά, στα δυο σου χέρια
και δώσε του μια μολυβιά, μετά, κι όπου σ' αρέσει ...
- Στον αστρολάβο ρύθμισα του ορίζοντα τ' αστέρια
κι αυτά που 'δαν τα μάτια μου ... Θεός να συγχωρέσει ...
Αστρολάβος
Στον Νίκο Καββαδία
- Το ιστορικό σου, το 'γραψες με το φελί του βράχου
και χάραξες με μι' άγκυρα, βυθούς του ωκεανού.
Είχαν πληγές τα μέλη σου, πληγές λοξές του αμάχου,
που 'χει γνωρίσει θάλασσες κάτωθε τ' ουρανού.
- Το σκουλαρίκι χρύσωσα, μέλημα της θαφής μου.
Της εκκλησιάς τα σύμβολα κρέμασα στο λαιμό.
Στο ξέθωρο, κάπως λευκό της ναυτικής στολής μου,
φέρω ναυάγια, κι εύχροο πανσπερμικό βυθό.
- Είσαι το σφύριγμα χορδής, στον μυθικό αέρα!
Ο γητευτής της θάλασσας βαθιά στις αποικίες.
Είσαι μια γέννηση διαρκής, στον ύφαλο και πέρα
ένας βυθός αντίθετος στις τυμπανοκρουσίες.
-Στοίχειωσα κάτου απ' τ' αστρικά, στο φως του σημαντήρα,
κι ως στιχουργός της θάλασσας αχός, μνήμες θα ραίνω.
Μακρόσυρτα λυπητερός ζυγώνω απ' την πορφύρα
και γλάρος μεσ' ακούγομαι, στα βάθη της να κρένω! ...
- Στη γλωσσική σου έκφραση, μεθώ πολλά, και λάβω
το πρώτο της εικόνας σου, της ναυτικής σου γνώσης!
Έχω καιρό στα χέρια μου έναν μικρό αστρολάβο
και ψάχνω τον αστέρα σου, με φόβο, πριν της πτώσης ...
Εξάντας
Κακότροπος, έχω καιρό σε απάνεμο ποδίσει
και τη παντιέρα σήκωσα, μεσίστια στο κατάρτι.
Μ' έχουν ξεχάσει ολότελα, και ποιος να με ζητήσει
όταν, κι αυτοί που γνώριζα, με σβήσανε απ' το χάρτη;
- Τι προδικάζεις; Στρέψετα πυξάρι τα κουπιά σου
και βέργισε τη θάλασσα, διαπόρι ν' ανταμώσεις!
Κι αν οι καιροί, τα πάλλευκα γυμνώσουνε πανιά σου,
από το κάσαρο, ίσαμε την πλώρη, να τ' απλώσεις!
- Θέλω πιαστώ απ' τα χάλκινα, του τρίποδου πισσέψη,
να βαφτιστώ και μέσα του, σκουριά να γίνω, θέλω!
- Το ανεμολόγι αγάπησες, και ποιος να σε πιστέψει
όταν τα γράμματα, καιρό, μου φτάνουν σε μπορντέλο;
- Το σκέφτομαι, μήνες πολλούς, προσάρτηση να γίνω
και δίπλα σας θε να βρεθώ με μια περπατησιά μου!
Μ' ανάθεμα τη θάλασσα, κι αν το νερό της πίνω,
αίμα θα γίνει θάλασσα, να σπάσει την καρδιά μου.
- Αγάπα θάλασσες λοιπόν, παντρέψου τη Στριδώνα,
πιάσε βυθούς και, πρώτιστα, δούλεψε με τη στύση ...
Διώξε λεχώνα την ξανθιά τη φίλη σου γοργόνα
και στείλε την στη μάνα σου, να την παρηγορήσει.
- Το καλντερίμι διάβαινα, το πέτρινο δρομάκι,
κι ανασκιρτούσα μέσα μου καθώς για να σε δω! ...
( Ανασκευάζω σήμερα σα να 'μουνα παιδάκι,
όμως, ήμουν ανέργαστος, μικρός να συντηρώ! )
- Μόλησα την καλούμα σου, εδώ, απ' τ' ανηφόρι
και να σ' αδράξω θέλησα, παιδί που λαχταρώ.
Τη ρεντιγκότα φόρεσε, τ' όμορφο πανωφόρι,
κι αν σε κρατούν τα κύματα, κάτσε, όσο καιρό ...
Ναύδετο
- Καθώς θα λύνω, κάθε κόμπο του σταυρού,
σ' ένα ποδόστημα θα γράψω σερενάδα
να σ' τη σκορπίσω στον αγέρα, με λιακάδα ...
- Ψέματα λες, στην άκρη του γιαλού
μαΐστρος φύσηξε, και σ' άκουσα να λες:
« Ένα κοχύλι θα κρεμάσω στο λαιμό σου ...
Όμως, το ξέρω, είναι η θάλασσα καημός σου
κι εσύ βιγλάτορας· στα τείχη του βυθού
ήχο λεπτό, σου μινυρίζει ένα τραγούδι
ο παντοδότης Ποσειδώνας φύλακάς σου.
Βρήκε λιμάνι επά στο μέρος της καρδιάς σου ...
- Έλα, της θάλασσας ανέγγιχτο λουλούδι,
πάνω στο κύμα, μ' ένα σέπαλο ας με φτάσεις
μεθυστικό, να με δροσίσει τ' άρωμά σου!
Νύχτα, στο γραίγο έχω βαφτίσει τ' όνομά σου
« Όρκη .. Σε ναύδετο προσμένω να περάσεις ...
Θαλασσοκόρη
- Φέρνω νυχτέρι από παλιό Σαντορινιό
και μια μποτίλια, μαυροδάφνη από την Κρήτη.
Μέσα σε πήλινο, αρχέγονο απ' τη Χιό,
που 'χε μεθύσει ο Ποσειδών την Αμφιτρίτη.
- Έλα!... Θα σου 'χω ένα τραπέζι προσφορές
κι από φουντάδο, ασημόφτιαχτο δικέλλι.
Τα δισκοπότηρα, μυθώδη απ' τις Αιγές,
που τα 'χε τάξει ο Μακεδόνας στη Νεφέλη.
Την υπνοφόρο μαυροδάφνη σου θ' ανοίξω
που την ανάσα, ξαναδίνει του πνιγμένου.
Και πλάι στο θρόνο του θανάτου θα τη ρίξω,
τις Ερινύες να μεθώ του αδικημένου.
Και την αυγή, με τις καλόμορφες Νηρηίδες,
θα ταξιδέψουμε μαζί για την Αθήνα.
Καθώς θα φτάνουμε ανοιχτά στις Σκειρωνίδες,
απ' τα βαθιά θα ξαναδείς την Ελευσίνα.
- Μήνες φορτώνω απ' τον Ευφράτη κεχριμπάρι.
Τους πειρατές χτυπώ να φτάσω στη Μελίτη.
Για το Σιπάρ, μάλαμα φέρνω σε πιθάρι,
από ρεσάλτο στη Φοινίκη.
Θα γίνω κάτοικος και σχήμα αυτής της άμμου.
Σημίτης σκλάβος στην κοιλάδα της Νιπούρ,
για να 'βρω διάδημα σμαράγδι της Περγάμου
να σ' το φορέσω στην αρχαία στοά της Ουρ.
Σμίλη προβάρω να χαράξω τον γρανίτη.
Βραχογραφώ την Αμορίτικη μορφή σου.
Και μια βραδιά στο καπηλειό του Ελαμίτη,
μεθώ για πάντα με το νέκταρ της ψυχής σου.
Σθενώ
«Κυκλόφερνε η Σθενώ μέσα στη νύχτα
φιδογλιστρώντας στα νερά της καταιγίδας.
Την ξέκρινα στη λάμψη των κεριών
στο κύμα της υδάτινης παγίδας.»
Στραφτάλιζε βαρύ άρμα οχτάτροχο
στη ρούγα του βυθού για τα ταξίδια.
Στο ξάγναντο οι κοπέλες με τα γλύφανα
λαξεύανε του θρόνου τα πλουμίδια.
Συνόδευαν στο πλάι εφτά δελφίνισσες
με κάτασπρους ασφόδελους του πόνου.
Και σπάγανε με σάλαγο τα κύματα
μικρές θαλασσοκράτειρες του θρόνου.
Μνημόνευαν σοφούς πάνω στο δώμα της
που σύριζαν βαριά μες στο σκοτάδι.
Στο θάμπος των κεριών έμοιαζαν δαίμονες
που πέταγαν πηγαίνοντας στον Άδη.
Ανέβαζαν πνιγμένους όπου γνώρισαν
τον θάνατο, κρυμμένοι στην αγκάλη τους.
Νεράιδες των βυθών σκουτιά τους ντύνανε
καθώς η νύχτα σκέπαζε τα κάλλη τους.
Ομόθρονη στο εφτάπυλο τους δίκαζε
μαντάτορας, πιστή της Αμφιτρίτης.
Και πίσωθε ο Πρωτέας διαβολόσχημος
ν' αλλάζει, και να παίρνει τη μορφή της.
Παντόθες οδυρμός, μέσα στο δώμα της
συνάρχοντες, φρουροί, νεκρός που αγκομαχούσε.
Στο φλίισμα του ακρόβραχου με ζύγωσε,
και φώναξε η Σθενώ που αχολογούσε:
«Θα μοιάζω από συθέμελα στην Έριδα!
Σαν βράχος, που το κύμα μαστιγώνει.
Βαριά όμως κατάρα στέκει απάνω μου
που τώρα χίλια χρόνια με πληγώνει.
Αν σ' έκαμα να κλάψεις, για ό,τι αντίκρισες
ακούμπησε άμα θέλεις πάνωθέ μου.
Ο θάνατος κι αν χτύπησε αλάθητα
ανάλαφρη πνοή μοιάζει του ανέμου.
Πολύχρωμο χαλί σκέπει τα πέρατα!
Με πορφυρό ο ήλιος βάφει όλα τα νέφη.
Κι αποκοιμιέται - αν θες - ο πόνος μέσα μας
στους ράθυμους ρυθμούς τα μάτια στρέφει.
Αντιγνωμία
- Πάει καιρός, που ανάλαφρα την ταξιδεύω.
Για την ανεύρετη ομορφιά για τ' αφρισμένα χείλη.
Για τ' όνειρο, της λευτεριάς του μακρινού πελάγου.
Για τις χαρές, που μου 'δωσε, κι αυτή με τη σιωπή της ...
Το κεντημένο αγάπησα, στον ήλιο της φουστάνι.
Τα θάμνα, τ' αφροστόλιστα και λυγερά μαλλιά της:
Καθώς διαβαίναν τα πουλιά κι ακούρμαζαν οι γλάροι,
το φτέρωμά τους χάιδευε με το γαλάζιο χέρι.
- Αναζητώντας, μέσα μου την τρυφερή φωνή της,
Με τη σφοδρή ανατάραξε παλάμη, την ψυχή μου.
Με θέλησε στα κύματα, σα να 'τανε η καλή μου.
Με μέθυσε, κάποιαν αυγή με το χαμόγελό της,
με το κρασί του αλμόλοιπου, με λαχταράει δικό της
και με γλεντάει στ' ακρόβραχο, εκεί που σπάει το κύμα,
εκεί μου φτιάχνει γλυκερό το τελευταίο μου σχήμα.
Θάλασσα ΙΙ
Άλλαξε τ' άγριο κύμα σου και το δασύ μαλλί σου
και βάλε νύφης το λευκό, το ανάριο της Θαλάσσης.
Στρώσε σε κλίνη ανέγγιχτη το δροσερό κορμί σου...
Θα νυμφευτώ σε, Θάλασσα, να με χορτάσεις!
- Ντύσε τον, Νύχτα, τ' ακριβό το μαύρο σου κοστούμι
κι εσείς, αστέρια, δώσετε τις διαμαντόπετρές σας!
Φέρετε και τα στέφανα, τα χρυσοδαχτυλίδια·
ο Ποσειδώνας έρχεται κι οι Διόσκουροι μαζί του.
Κι αυτοί, - που γνώρισαν πνιγμό χωρίς Θανάτου αιτία,
κι όσοι από με πικράνθηκαν κι απ' άδικο χαθήκαν,
έρχονται, ν' αντικρίσουνε την ομορφιά του κόσμου.
Να πρωτοδούν ποιος έφτασε. Ποιος μου ζητά το χέρι.
- Άνεμο στείλε μου, κι εγώ θα νυμφευτώ μαζί σου
και σ' άλλης γης τα σύμπαντα, θα προσδοκώ ταξίδια!
Τη μυθική, αν απέδωσα στιχουργικά, μορφή σου,
είναι γιατί όσα μου 'δωσε, ποτέ δεν ήταν ίδια.
Πες μου
Υδροδόκη
πασίχαρο στα μάτια μου,
Δεκαοχτώ χρονών.
Στα κύματα, νυμφεύτηκα
την έκταση ομορφιά σου.
Στις άκρες των χειλιών σου, συλλέγω
ρανίδες λάμπουσες,
κι ανάγλυφες βαθύχροες θαλασσόπετρες.
Θαυμαστικό σου τ' όνομα!
Να μου σκορπίζεις, κι εγώ
δοξαστικά να σε συλλέγω ...
- Όταν θα γίνεις
σκοτάδια σχήματα, καλόμορφε,
θα σε διακρίνω!
Γενάρη μήνα,
καθώς θα ντύνουν
σκουτιά τη σάρκα σου,
άρμη και ψύχος.
- Σε σχήματα,
ενάλιος γύρισα
να σ' αντικρίσω
στο λυκαυγές,
σε βράχο,
- Να σπάζει αφρός -
κι εσύ
γύρω του ασώματη
ν' ασθμαίνεις,
αιφνίδια,
λεύτερη.
Αντιπαραθέσεις
- Με κρατούσες· και μ' έχασες σε μια μάχη του νόστου.
Οι καιροί δεν το θέλησαν να με δεις άλλο πια.
- Απ' τον Έρωτα κρύφτηκες πριν ξυπνήσει ο σκοπός του
και στοχεύσει τα βέλη του, στη δική σου καρδιά.
Μοιάζει κάποιος να σου 'κλεψε την αγάπη στο ζύγι.
- Η σκουριά που 'δα στ' όνειρο σε καδένα χρυσή.
- Απ' τη στάμπα που μου 'φτιαξες 'μείναν γλάροι πια λίγοι.
- Θα 'ν' η αγάπη που φτέρωσε σ' άλλο μπράτσο - νησί.
- Κάμα η γλώσσα σου δίκοπη, βλέπω το αίμα που στάζει.
- Κρεμασμένος μου φαίνεσαι σε κατάρτι ψιλό.
- Με σιμώσανε θάνατοι, δες, το σώμα μου αλλάζει.
Κοίταξέ με. - Τι σου 'φταιξα. - Άφησέ με. - Γελώ.
Μύρα οσμίζομαι κι έρωτα. Τι το σώμα σου λούζεις?
- Δανεική ... Ποιος σε κράτησε στην απόψε αγκαλιά?
- Κάποιο χέρι σε χάιδεψε και παράταιρα σκούζεις.
- Ίδιο χέρι... (Μη νιώσει... στη σκληρή της καρδιά.)

Νίνα
Μια νυχτιά φθινοπώρου, στους κορμιού της την αύρα
ως αφέθηκες, είπε: «πώς σ' αγάπησα, τόσο...
Του κορμιού της το θαύμα που λικνίζονταν, όσο
το κοιτούσες στο τζάμι του κλειστού παραθύρου
σε συνέπαιρνε! Και είδες, τη φυκιάδα της κόμη
σαν πολύσπερμο δάσος, στου γκρεμνού της την πλάτη.
Και στο μπλε των ματιών της, στων ακτών τους την άκρη,
είδες μέσα καράβια ν' αρμενίζουν, τους πόντους.
Πόσες άγκυρες, ξέσυρες για να φτάσεις και πάλι
στερημένος, να πέσεις στη γλυκιάν αγκαλιά της.
Μα σε πείσμα, της μοίρας σου το κύμα, ζητούσε
το γαλάζιο μονόρουχο κάποιας θάλασσας άλλης ...
τα πότε αγριεμένα,
κι άλλοτε μέσα στα νερά που με γεμίζουνε χαρά,
τα ήρεμ' αφημένα.
Άλλη δε θέλησα, γιατί όσες κι αν έζησα πολύ,
αυτή μου εστάθει,
κι όπως με θέλησε κι αυτή, έτσι τη θέλησα, γιατί
δεν είχε λάθη.
Άλλη μπορούσα ν' αγαπώ, όμως αυτή σκέφτομ' εγώ,
αυτή και μόνο.
Αυτή μου γέμισε χαρά την πληγωμένη μου καρδιά,
αυτή στον πόνο.
Άλλη δεν ξέρω, όπως αυτή, κι άμα το θέλησε κι αυτή
πληγή να γίνει ...
πριν προς στο Θάνατο σπρωχτώ, θα θέλω να την αγαπώ,
όσο κι εκείνη.
Άλλο δε θέλω, από να πω: Πως όταν μέσα μου ποθώ,
να 'μαι κοντά της,
πόσο το θέλω να πονώ, γι αυτό και τήνε στιχουργώ,
ζώντας μακριά της...
- Διαπλέοντας, φανταστικό υποβρύχιο διάκοσμο,
διακρίνουμε παράξενα σχηματικά στους βράχους
κι αγκυροβόλια παλαιών παροπλισμένων πλοίων.
Σκιές ενάλιες στη δομή μας δυσκολεύουν κάπως,
όμως περίσσια το ηλιοφώς στα σκοτεινά μας στέλνει
θριαμβικές δέσμες φωτός, μορφές ωραίων θυσάνων.
- Θύσανοι φωτός, ας παρασυρθούν,
να δώσουν θαύμα στην ψυχή σας
κι ό,τι σύνθεση χρωματική.
Ας παρασυρθείτε ορμητικά
στους μαγεμένους υγρούς κήπους,
που νεράιδες υφαίνουν μορφές και χρώματα.
Πλάσματα αινιγματικά, σχεδόν αόρατα
διασχίζουν τους αμέτρητους κοραλλιοϋφάλους -
υδρόζωα άπειρα, εντυπωσιακά και ψάρια παραδείσια,
σε λιβάδια κοραλλιογενή ελαφοκέρατα:
Εχθρός το κύμα, κι ο αδιάκοπος ανασασμός
της σάρκας τους το μάρμαρο πληγώνει.
Τι θέλω
Το πλοίο, να κυλάει αργά, στην φεγγαρόλουστη θάλασσα.
Του φουγάρου οι σπινθήρες, να φτάνουν στον ουρανό
και να γίνονται άστρα πεντάγωνα.
Τα άστρα, να γίνονται μοσχεύματα της ψυχής μου,
κλυδωνισμοί μεσονύχτιοι
κι έρεβος λευκό στους όρμους της.
Τα μάτια μου, φωταγωγοί να εναλλάσσονται.
Να κρούουν εικόνες στα κάτοπτρα,
και να με συντροφεύει ο 'Μεγάλος Θαλασσινός'
στην ιόνια γη των πατέρων μου,
στη συναρμογή των λέξεων,
ως να κατοικήσω την διαδοχή
φυλάχτορας, της κουπαστής των πόντων.
Ως να υψωθώ στον δροσισμένο αέρα
γλάρος, με χορτασμένη την ψυχή από θάλασσα.
Ατλαντίς
Με την πλεύση μου θα 'θελα
ν' αντικρίσω σε, πόλη στην άρμη,
βαπτισμένη στα δάκρυα του αλμόλοιπου.
Να σε δω στων αφρών την αθάλη
ως ανθό των κοράλλινων κάμπων,
αγριλίδα στην ένυδρη φύση.
Στην ειρκτή μοναξιά των κυμάτων
των καημών νοσταλγός σου να γίνω,
στον απόμακρο αχό των Σειρήνων.
Στην απάνεμη αγκάλη των βράχων
Ατλαντίδα να 'ρθείς στο σκοτάδι,
με την πλεύση μου θα 'θελα!
Οξυτέρα Εγγυτάτη
- Ρέουσα κοινότητα παντοδύναμη,
μακρινή Ανδρομέδα προήλθες·
μυθική στην άβυσσο.
- Στην αιθρία,
κατοικώ την ξηρά κυματούσα,
ανωνύμων συρρέω ακρομόλων.
Σε κοιλάδα θολή, βυθισμένη
καρτερώ μυστικής αμμοδόκης.
- Παντοδότειρα! ...
τους λαούς ν' αναθρέψεις,
στον αφρό της Μεσόγειος.
ενάλια ντυμένοι - γυμνοί ταξιδεύοντας
αλάργα στη χαίτη ενός όστρακου γόνου.
Αντιγνωμία Ι Ι
Αιμόφυρτος θνησιγενής βυθός
Αργό το φως
Κι ο θάνατος στη μνήμη μου:
Κραυγή σε φυσαλίδες.
- Μαθήτεψα στο σώμα της, μικρός αφρόγλαρος
Ιόνιος λευκοσκότεινος σωρείτης
Φεγγαροδέσμη της νυχτός
Χαλκός αφρός
Κέλυφος· πότε νυκτικό
Κλαδί από κρίταμο.
- Δυσδιάκριτα διαρρέει στο αίμα σου,
Βοριάς φονικός,
Υγρός ναυσιπλόος θάνατος.
Νηρηίς
Στάθηκα λίγο, ν' αγναντέψω από τα πέλαγα ...
Είδα μια πόλη, ξακουστή για χίλια χρόνια!
Στις πολεμίστρες κι απ' τα τείχη τα αιώνια,
με χαιρετούσαν οι γενναίοι, και τους γέλαγα!
Είδα καράβια, με τελώνια και αυθέντες.
Όσους κουρσάρους που ποθούσαν τ' αψηλά της.
Τριγυρινά, και στ' άλλα πέρατα κουβέντες
άκουγα μόνο, στ' όνομά της! ...
Είδα κοντά της ηγεμόνες, πλάι στα κύματα.
Τη συνοδιά των διαλεχτών απ' τα Βυζάντια.
Είδα σπιγούνους, να τη σπρώχνουν τ' αποστήματα
στο μισεμό, και στη κατάντια ...
Είδα της Δύσης άνεμο, τα στοιχειωμένα ζάρια ...
Τον Ποσειδώνα, που 'βγαλε βούκινο στο κοχύλι.
Είδα και τα νησόσπαρτα στα τοξωτά της χείλη,
τους πειρατές, που φόρτωναν πραμάτεια της στ' αμπάρια ...
- Ήθελα να 'χα μια ρακή, να μέθαγα τις τύψεις
ν' ανέβω από τον Εύξεινο στη στράτα να με βρεις!
Μα πρώτα πες μου, τη χαρά και πώς θα τήνε κρύψεις
όταν την άμπωτη έρχομαι, ξανά για να με δεις;
- Πήγα μακράν και κρύφτηκα, στη χιώτικη τη ράχη
και καθώς ξέρεις, έφτασα, στης Σμύρνης τ' ανοιχτά ...
Αν με ρωτάς ποιον μούτισαν κοντά στο καταράχι,
δεν με λυγάει Κομιτατζής, στο θάνατο μπροστά.
- Ώστε στην πόλη ανέβηκες, του πλοίου τη σκάλα πάνω
και πολεμώντας γύρισες στου Πόντου τις σπηλιές;
- Έχω στα μάτια δυο στεριές, μα δεν τις φτάνω.
Μοιάζουν του Αιγαίου θάλασσες, κι ακρογιαλιές!
Κων/πολη 1990
Σύμβολο
Όταν την πρωτοστόλιζαν, τα μάρμαρά της πάνω
τα σμίλευαν θαλασσουργοί, φάντες, μικροί τεχνίτες
σε πλοία· γοργόνες λαξευτές σκυφτές στον πορτολάνο,
κάμναν σπουδές βαλλιστικής χτυπώντας τους κομήτες.
Την καλοχρόνιζαν πολλά, κι οι χρυσολάτρες άντρες,
και την κερνούσαν, κι έπινε, κρασί μαγαρισμένο.
Στο κομπολόι μετρούσανε κεχριμπαρένιες χάντρες,
κι έστεκε τέσσερις καιρούς, μ' όνομα ξεχασμένο ...
Την εστεμμένη θέλησα, κοντά για να τη φτάσω,
και προσδοκώντας να σταθώ μπροστά στους μυροφόρους,
για την μερσίνη των Θεών κι εφέτος θα γιορτάσω,
με μισαλλόδοξο λαό κι ασκούντες μισθοφόρους.
Το σμαραγδένιο δίπετρο μακρύ, λαμποκοπάει
και προς το λόφο του Αρδηττού μοιάζει να ταξιδεύει ...
Σ' ένα καμβά κάποια μικρή την Αθηνά κεντάει,
και το ρουμάνι του Υμηττού στα χέρια της θωπεύει!
Ναυτίλος
- Κίνησα πάλι από νωρίς, να 'ρθώ να σου μιλήσω
για κείνα τα μεσόδρομα, σινάφικα καράβια ...
- Φύσηξε μεσοβέζικο, και πώς να σου μηνύσω
που τα' χω απίκου κρεμαστά, βαφτήρια, και μοράβια;
- Αυτή σου η έκφραση ... Λοιπόν, τρόπους δε σου 'χουν μάθει;
- Οχτώ βυζάχτρες χταποδιού στα πόδια μου πλεγμένα ...
- Ερασμική, που του 'μαθες τη γλώσσα του με λάθη ...
- Κάθε ριξιά κι ανάσανε, διπλά, πριν από μένα.
Θωρώ κι αυτήν, που γελαστή δήθεν κρατά τη νύστα.
Σαν κεραστής την Έμπουσα γελώ, για λίγη σάρκα ...
- Εδώ, στο νυχτοπάλεμα, σε ψάχναμε στη λίστα ...
- Ξανάρθω από τα κύματα, παλεύοντας μια βάρκα!
Ας μείνω ... - Αμεταγύριστος, για του βυθού το χρώμα!
Για το ψηφί που 'χει φθαρεί στην υφαλοταινία.
Κι άπλευστος όπως ξέμαθες, αντίπραξε το σώμα
κακόσιτος του χορταριού, σε πείσμα και μανία.
Ο νυχτομπάτης δρόσισε, η αύρα της θαλάσσης.
Άστρα μικρά μαγευτικά στα χέρια σου πλασμένα.
Πες μου, αν θέλεις, γάτη μου, ποιος τα 'θελε να φτιάσει·
Κύμα
Έχω περάσει στα μαλλιά του ωκεανού.
Νερένια άβυσσο, το γούστο που γυρεύω:
«Κοχύλι Τρίτωνος, την δόξα του χαμού!»
Ξέρω το κύμα, τον βυθό και την αντάρα!
Έχω για ορμήνια του Νηρέα μυστικά ...
Και με βλογούνε οι Νηρηίδες στην κατάρα,
όπως τη στέλνει ο Ποσειδώνας στ' ανοιχτά.
- Όταν ματίσεις τη σκουριά με το κορμί σου,
λαμπρή να βάλεις φορεσιά με τη Στριδώνα.
Να μοιάζει απόκοσμη στη λίθο η μορφή σου,
όπως στις πρώρες των Φοινίκων, η γοργόνα.
Πρόσφερε το αίμα σου, για θάλασσα κι αλάτι·
κι αν η Αμφιτρίτη δεν ρισκάρει ανταλλαγή,
δώσ' της εκείνο από κοχύλι το 'να μάτι
και ρίξ' τη εκεί, απ' όπου ήρθε, να πνιγεί.
Σαγκάη
Στον Παύλο Τσαλπαρασίδη
Παύλο,
καθώς ψαρεύω, συντροφιά με μια Κινέζα.
Κρατά μακρύ μέσα στα χέρια της καλάμι
κι έχει δολώσει σκαρτσιμά τη μεσσηνέζα.
Εδώ, το ρύζι προσκυνάνε για καρπό τους
κι έχουνε γούστο τους τη μέντα και το κάρυ.
Φορούν στη βόλτα τ' ακριβά τα κιμονό τους,
και κάνουν βήματα κοφτά, ξέρεις, με χάρη ...
Στα πάρκα, θέλοντας να κάνουνε αστεία,
μας δείχνουν δράκους και προτάσσουνε τα στήθη!
Με τη φωτιά να συνεπάρει απ' την εστία
και τις σκιές να ζωντανεύουν απ' τα τείχη ...
Παύλο, σαν φύγω απ' τη Σαγκάη ένα πρωί
- και θα 'χω αφήσει πίσω έκδηλα τη λύπη,
θα μοιάζει ο έρωτας να φεύγει την αυγή
καθώς θα βλέπω ανατολή· και θα μου λείπει ...
Σινική Θάλασσα 1978
Δεν ήρθε ...
Δεν ήρθε στ' όνειρο και δεν κοιμάμαι.
Μήπως ναυάγησε μέσα σ' αυτό?
Είχαν τα μάτια της στεριά, θυμάμαι.
Σ' αυτήν ευχόμουνα πάντα να βγω.
Μετρώ στους χάρτες μου στεριές, μιαν άκρη.
Τ' αστέρια λάθος μου που τα μετρώ.
Μήπως σπαράγματα βράχων και μάκρη
μου τήνε κρύψανε, στεριά μη δω?
Νύφη μη ντύθηκε, σαν τη σελήνη,
και στ' αφροσκέπασμα δεν τη θωρώ?
Χλωμή από θάνατο, δεν θέλει εκείνη
τον ίδιο θάνατο, να νιώσω εγώ?
Γιατί τα μάτια της λάθος θυμάμαι?
Θάμπωσε τ' όνειρο και τα ξεχνώ?
Ας ήταν στ' όνειρο κοντά της να 'μαι
Πού να 'σαι, τώρα ...
Μην είσαι δίπλα μου, σε απόσταση μικρή?
Κάποιο λουλούδι, με τα πέταλα κλειστά?
Έρημος που 'γινε μια θάλασσ' ανοιχτή?
Μην είσ' ο γλάρος, που μιλάει ψιθυριστά?
Μήπως σταυρός, σε μια καδένα μου χρυσή?
Ένα παράθυρο, με θάλασσα μπροστά?
Ουράνιο τόξο σ' ένα πέλαγο βαθύ?
Μες στο ποτήρι μου, μην είσαι αντικριστά?
Τι να 'σαι, τώρα ...
Μήπως τη νύχτα, έχεις ντυθεί περιβολή?
Μήπως σελήνη με τα φώτα σου σβηστά?
Μήπως ο γλάρος που 'χει πέρα βυθιστεί?
Μήπως βυθός σε καταγάλανα νερά?
Τι να 'σαι τώρα ...
Σκόνη μην έφτασες και μου 'δωσες φιλί?
Μην περιστέρι, με κατάλευκα φτερά?
Μην ήρθες δάκρυ, που το ζήλεψε πηγή?
Άγνωστη γλώσσα, που γνωρίζει προσφυγιά?
Τι να 'σαι τώρα...
Καράβι που 'ρθε κάποια νύχτα με βροχή ...?
Φύλλο μην ήρθες, χτυπημένο απ' το Βοριά?
Δρόμος που πάτησα την άσπρη του γραμμή?
Μήπως δυστύχησες και τώρα είσαι βαριά?
Τι να 'σαι τώρα ...
Που 'ταν για μένα η θύμησή σου προτροπή.
Μην είσαι ανάμνηση μαζί και λησμονιά?
Σ' έναν παράδεισο, που εγώ δεν έχω μπει?
Μια οπτασία, στον ορίζοντα μακριά?
Πού να 'σαι τώρα ...
Mες στον καθρέφτη που σε βρίσκω πάντα εκεί ...
(Μην είμαι εικόνα της, κι αυτή δεν είν' αυτά ...?
Μήπως... η θύμηση ... μην είναι υποτροπή?
Μήπως αρρώστησα, κι εγώ είμαι βαριά?
Μη στον παράδεισο, δεν είναι ... κι είμ' εκεί?
Μήπως, τ' αντίθετα συμβαίνουν, κι είμαι αυτά?
Σκόνη μην έγινα στα χείλη της φιλί?
Μην είμαι η νύχτα κι ο σταυρός, εδώ μπροστά ...?)
Γιατί στου ονείρου το σκοτάδι
Φορούσα μαύρο - λέει - μαντήλι
και φτέρωναν απ' το καντήλι,
μαύρα πουλιά.
Είδα και μνήμα, θρήνο απάνω
κι αυτόν π' αγάπησα να χάνω,
παντοτινά.
Όνειρο πια να μη το κάμει,
να τρέχουν δάκρυα σαν ποτάμι,
αληθινά.
Σ' αυτό το δάκρυ - κύμα πάνω,
ένιωσ' απόψε σαν να χάνω,
κάθε χαρά.
Θα περιμένω, εγώ, καλέ μου,
γιατί το σφύριγμα τ' ανέμου,
μου λέει πολλά!
Α, να 'χα ...
Α, να 'χα των ψαριών την τύχη,
- να 'μαι τσιπούρα, όσο μια πήχη,
να ξημερώνω εκεί στα βότσαλα,
στων ύφαλων τ' αφρότσαλα.
Μες στα κοράλλια και στα φύκη!
Στα παγωμένα κι άγρια μήκη
να βλέπω εγώ τα λάθη της ...
των βυθισμών τα πάθη της.
Να ταξιδεύω στων κυμάτων
τη μοναξιά· και στων ρευμάτων
τη χάρη, εγώ να δίνομαι,
στο ρεμβασμό ν' αφήνομαι.
Α, μέσα να 'μουν, στα πελάγη,
κι ας θέλει το θεριό ν' αρπάγει.
Κι όσοι έχουνε τα χρήματα ...
άει του διαβόλου, θύματα!
Γιατί ...
Άκου ...! παράξενα δεν κλαίει το κύμα?
Δεν μοιάζει ανθρώπινη πόνου κραυγή?
Μήπως ο Θάνατος δεν βρήκε κρίμα
και κάτι σήμανε για μας η αυγή?
Εκείνος ο άνεμος, δεν λέει να πάψει!
Δεν έχει η θάλασσα σιωπή, γιατί?
Γιατί το σύννεφο δεν λέει ν' αστράψει?
Θέλει λιγότερο να 'ναι βατή ...?
Μήπως λιγόστεψε? - Απ' τις χαρές της?
- Μήπως την "έδεσαν" σε μιαν αχτή?
- Θα ξημερώθηκε στους εραστές της,
κι αυτούς που πλάγιασαν νεκροί σ' αυτή!
Σωροί δε γίναμε στις αγκαλιές της?
Tα οστά μας ξάσπρισαν και λες: Γιατί?
- Για δες..! ολάνοιχτες είν' οι πληγές της!
Οσμή εγκατάλειψης, θρήνος! Γιατί ...?
Πίντα
Κάνε το ξύλο ασίγαστη φωτιά
και δώσ' μου τέχνη, σίδερο στ' αμόνι,
για να σου χτίσω απόψε με νοτιά
ένα καράβι, θάλασσες να οργώνει ...
Για να βρεθούμε! πέρ' απ' τις στεριές
να βγάζουμε στους χάρτες τις πορείες·
και στα ταξίδια να 'χεις να μου λες
παλιές σου αγαπημένες ιστορίες.
Για τον Βερίγγειο, μέχρι τα φουρνώ,
το Πορτ Ελίζαμπεθ, το Σάντος και το Ντίσκο.
Από τα μπαρ του Χιούστον να περνώ
και πάντα μεθυσμένο να σε βρίσκω.
Ελεγεία
Ξέρω κάτι καράβια, που δεν λύσανε
και κάποια, που ποτέ δεν είχαν δέσει,
που γυναικών τα μάτια δεν δακρύσανε,
γιατί σε μόλο αυτά δεν είχαν πέσει.
Ξέρω κάτι καράβια, που δεν βρέθηκαν,
που χάθηκαν, στου χάους την ειμαρμένη,
στα πέλαγα, με αμπάρια φορτωμένα,
που ανθρώπου μάτι αυτά δεν αντικρίσανε,
γιατί 'ταν μυστικά λαθροφτιαγμένα.
Ξέρω κάτι καράβια, πια περήφανα,
που τα 'κοψαν του σίδηρου οι λατόμοι,
και κάποια, που τα σμίλεψαν με γλύφανα·
που μοιάζανε διαμάντια, - κι είν' ακόμη.
Ξέρω κάτι καράβια - σαν και μένανε -
που από τα χρόνια σκούριασαν και γύραν.
Φαντάσματα καράβια, που προσμένανε
το ναύλο· και ραπόρτο που δεν πήραν.
Βηρυτός
- Στη Δαμασκό θε να με βρεις
ή στης Σιδώνας το παζάρι.
Έχω τον πόλεμο, πατρίδα!
Έχεις ανάγκη να σ' το πω;
- Μα ... στην ομίχλη που σε είδα ...
- Δεν σ' έχω εχθρό μου, σ' αγαπώ!
- Εδώ ... γιατί δε σκοτεινιάζει;
- Είν' το φανάρι, της ντροπής!
Σε μένα θάνατος ταιριάζει
κι όπου ησυχία της θαφής.
Με το μπαρούτι κοινωνάμε ...
- Φτιάχνουν θρησκεία στ' όνομά του;
- Έχουν το χρήμα, δεν κοιτάνε
την αγωνία του θανάτου.
- Και τη σημαία, πότε τη χάλασες;
Μέσα στη δίνη του πολέμου;
- Στάζουν τα μάτια μου δυο θάλασσες,
σε κάθε φύσημα του ανέμου.
Ο Βράχος
Βράχος είμαι, και στέκομαι κι έχω γιγάντινη όψη
κι ήρθαν φορές που βρήκανε κι ακούμπησαν οι οχτροί μου
στο γρανιτένιο μου κορμί, το χιλιολαβωμένο.
Είμαι και σχήματα πολλών και λείψανα κοράλλια
και μέλη έχω στα μέλη μου τα έμβρυα της θαλάσσης
μα ... θύμωσα ως αντίκρισα ακρόπρωρα φρικώδη,
κορμπίτες και κωπήλατες εμβολοφόρες Τριήρεις.
Βυζαντινούς· βαρδιάτορες αντίκρισα στη βίγλα
και στο σταντάρδο Αγαρηνών πειρατική παντιέρα.
Τους σκλάβους μες στα κάτεργα τους αλυσοδεμένους,
κι όσους τους διέταζαν σκληρά, μανούβρες και ρεμέτζα!
Απόψε, άνεμος χάιδευε τα σχήματά μου μέλη
κι ήρθαν ξανά και φτάσανε κι ακούμπησαν οι οχτροί μου
στο γρανιτένιο μου κορμί, το χιλιολαβωμένο
το σύγχρονο, που το κοσμούν δίκροτα και φουσάτα ...
Νίτο
Κοίταξε την πλοηγίδα,
σέρνει κύματα ξοπίσω!
- Φτάσανε και τα μελτέμια ...
- Μάθε με να τα ξηγήσω!
- Δίμορφη και κοσμοπλάνα ...
- Τη λαξεύανε στην Κρήτη;
- Μη ρωτάς, κανείς δεν ξέρει
τον θαλασσουργό τεχνίτη.
- θα το ξέχασες! Δεν είπες
πως, του Ποσειδώνα η χώρα ...
- Ήταν κάποτε, το ξέρω,
όμως δεν υπάρχει τώρα.
- Μα τι λες; Άκου, μιλάνε!
- Το μυαλό σου φτερουγίζει.
- Να, του Ποσειδώνα η κόρη
τραγουδά και μου σφυρίζει.
Το μικρό της Αμφιτρίτης
βόρτες φέρνει απά στην άμμο.
- Χόρεψε με τη ματιά σου
κι άσε την να πέσει χάμω.
- Θα στη βρω! - Στην καταιγίδα;
- Κάπου εκεί θα κολυμπάει ...
''Ένας ναύτης που τους βλέπει
το γυρίζει και γελάει''.
Βρε Μπενίτο, χαμογέλα!
- Α! Μας χαιρετά ο Ντάντε!
- Οδηγήτρα είναι η πλώρη
και της μηχανής το αβάντε.
- Γεια σου, Ντάντε! Καλό δρόμο.
Φέγγε με το πυροφάνι!
- Κοσμομάντισσα γοργόνα ...
- Πέρασε, και δεν εφάνη!
Σαν ταξιδέψεις ...
μετρώντας τον εξάντα,
να σεργιανίζεις πέρα
με γαλανή παντιέρα.
Βέντο με γρύλο τριόπα
στη βαρδαφόγο σ' το 'πα
ματσόλα και καβίλια
για χίλια μίλια
με φίλο σου κι οχτρό σου
τον διπαράλληλό σου.
Κάβο μανίλα τριέμπολο
με πλέξιμο δεξίστροφο.
Τρισίλιο και παρέμβολο,
κορδόνι δίστροφο!
Θυμάσαι ...
Θυμάσαι, γιε μου, τη γιαγιά
που ερχότανε στη σιγαλιά
της νύχτας, να σε πάρει?
Που παραμύθια να σου πει
της ζήταγες, μικρό παιδί,
με το φεγγάρι?
Θυμάσαι, που με προσμονή
τη νεραϊδίσια της φωνή,
ήθελες μόνο?
Να σου χαϊδεύει τα μαλλιά
και να γιατρεύει με φιλιά,
τον κάθε πόνο?
Τώρα, σε ζήτησε η γιαγιά
και λέει, πως σου χρωστάει φιλιά.
Παράπονο έχει.
Πριν απ' τον κόσμο αυτό χαθεί,
θέλει με σε ν' αγκαλιαστεί.
Πια δεν αντέχει.
Έλα, για λίγο! Θα χαρεί ...
Λέει πως το σώμα της βαρύ,
- στερνή φορά της ...
Έλα, καμάρι μου κι εσύ,
έλα να πέσουμε μαζί,
στην αγκαλιά της.
Diego Morales
Ο Diego, από τη Σάντα Φέ,
που 'χε πολλά γνωρίσει,
κάποια νυχτιά, μες στο χασίς,
οπού 'χε αυτός βυθίσει,
μας μίλησε για του καπνού
το πνεύμα, στην αιθάλη,
και πώς αυτό, που λαχταρά,
φέρνει χαρά μεγάλη.
Αυτός ο φίλος, o πιστός,
ο πιο πολύ δικός του,
πάντα σαν φίλος φέρονταν
και φρόντιζε τα εντός του.
Κι όταν η μοίρα, θέλησε
στερνά να το καπνίσει,
το πνεύμα εκείνο, του καπνού,
πήγε να συναντήσει.
Το πνεύμα αυτό, το αιθαλικό,
έλυσε κάβους βράδυ,
και με τον Diego, στο Garonne
βύθισε προς στον Άδη.
Sao Paulo 1979
Απόψε, αναθυμήθηκα
και ξαναγράφω πάλι ...
Για την ανάμνησή μου αυτή,
νιώθω μια κάποια ζάλη.
Ήτανε ψεύτης ή σοφός?
Τρελός? με δόλια γλώσσα?
Άλλης νυχτιάς το ξάφνιασμα
δεν θα υπόσχετο, όσα
εμείς, με δέος εζήσαμε,
ανυποψίαστοι, πλάνοι,
-κι ακόμη τώρα που ιστορώ
με τούτη τη μελάνι,
αναριγώ, θυμούμενος ...
Τρελός ή μάγκας τύπος?
Στο μέσα μας, βαθιά, θαρρώ,
δεν ήμαστε όλα ... μήπως ...?
Μάλκο
Στον Ιάσονα Σταυράκη
Έχει για σπίτι μια σπηλιά
και πότε μια καμπίνα.
Στ' αλαργινά ακρογιάλια του
σύφιλες, καραντίνα.
Έχει για γούστο τα prive
του Παναμά μοντέλα.
Κεντήματα βλεννόρροιας
σε ξακουστά μπορντέλα.
Τραβά την Κόκα, το LSD
σε τρίφυλλο χασίσι,
κι όποιος κοτάει να παραβγεί
να 'ρθεί να του μιλήσει.
Άει να δούμε, θα μπορούν
περήφανου τα μπράτσα;
Πώς να κατέχει ο άμοιρος
πως είναι από την πιάτσα.
Ξέρω, τον βλέπεις διαβαστή
τελώνιο της θαλάσσης.
Σαν του λασκάρει ο κάβος του
πούθε να τον γελάσεις!
Θα λες: Του πρέπει μια θηλιά
και μαχαιριά στην πλάτη ...
Όμως, τιμά τους φίλους του,
που του 'βγαλαν το μάτι.
Γι' αυτό, τους στέλνει μήνυμα
σε καμπινέ του πλοίου,
στο πρώτο του ξεκίνημα,
στον εθισμό του Οπίου.
Le suicide
Τι μες στη νύστα τη γλυκιά που του Μορφέα το χάδι
σ' άχρονη με ταξίδευε παραμυθένια τρέλα,
ήθελε μες στο βράδυ?
Ήταν χλωμή, μα η χροιά στη γαλλική της γλώσσα
έμοιαζε με το χαΐδεμα μιας μουσικής· εξαίσια!
συνέβαιναν απαίσια.
Είπε: Ο Φαβιέρος μια θηλιά πως είχε αυτός κρεμάσει
από το δέντρο της συκιάς, που βρίσκονταν απ' έξω ...
Έτσι, καθώς ξανάσαινε για κείνη του την πράξη,
σηκώθηκα να τρέξω.
Τα γουρλωμένα είδα νεκρά του μάτια πεταγμένα
και τον νεκρό να κρέμεται ξέψυχα, στο σκοινί του.
Ήταν τα πάντα του χλωμά και παραμορφωμένα,
καθ' άκρια στο κορμί του.
Αμέσως, ήρθαν ο Πιέρ κι ο Ντάριο προς εμένα
κι είπαν να πάω στη μάνα της, να την παρηγορήσω.
Ήρθε κι η Ντιάνα η βιζιτού με τα βυζιά αφημένα,
πώς μου 'ρθε να τη βρίσω ...
Καθώς τις συλλυπήθηκα με τον νεκρό μπροστά μου,
πέταξα κείνο το σκοινί που 'χε ο νεκρός τους δέσει.
Όπως τον εναπόθετα με προσοχή, μη πέσει,
μηδένιζε η καρδιά μου.
Έτσι και βρέθηκα με δυο να κλαιν μόνες γυναίκες
χωρίς προστάτη κι αδερφό, χωρίς με το Φαβιέρο.
Τι θλίψη, Θεέ μου, σκέφτηκα και πήγα για να φέρω,
δυο - τρεις καρέκλες.
Κλαίγοντας μάνα και παιδί, πρόσεξα πως ο Ντάριο
- ράκος ανθρώπινο κι αυτός στην τόση στενοχώρια,
έβαζε μες στα χέρια τους ένα μικρό ροζάριο,
κάτι, σαν παρηγόρια.
Είπα κι εγώ, δακρύζοντας, σε τι ωφελεί ο σταυρό σου,
κι Aυτός μη δεν κρεμάστηκε σ έναν σταυρόν απάνω?
Ποιος δαίμονας, για σε, Φαβιέρ, ζήτησε το κακό σου,
κι ασάλευτο σε πιάνω?
Η Στέλλα, απά στο ξέσπασμα του ποιητικού μου χρόνου,
πρόσφερ' αδόκητη αγκαλιά κι ένα φιλί της.
Σαν ν' ασελγούσε πάνω μου η θλίψη αυτού του πόνου,
ένιωσα το κορμί της.
Δεν ήταν πρόχειρη αγκαλιά, είχε μιαν άλλη σφίξη,
μια θέρμη πιότερη απ' αυτό που εκεί, τώρα είχε γίνει ...
Μήπως η θλίψη σ' όλ' αυτά μας πρόσφερε μια νύξη,
που 'θελε κείνη ...?
Χαλάρωσα το σφίξιμο και το κατάλαβε όταν
έδειξα προς τη μάνα της, που 'ταν αυτή μονάχη.
Τον αστυνόμο ζήτησα να φέρουν, έτσι οπόταν,
αλλού τη σκέψη να 'χει..
Λίγο πιο αργότερα, από 'κει σηκώναν το Φαβιέρο
κι ήταν θαρρώ, σα να 'φευγε ζωή απ' το μερτικό μου.
Όσα μετά κι αν ήρθανε ... νιώθω πως κάτι φέρω,
δικό του και δικό μου....
Ο τρελός
Με λεν παράξενο, γιατί διαφέρω από τους άλλους,
κάθισε, να στα πω ...
Εγώ, δεν είμαι σαν αυτούς, τους άλλους παπαγάλους,
γι' αυτό με λεν τρελό.
Όπου κι αν ψάξεις, θα με βρεις, όποια σηκώσεις πέτρα,
με ξέρει κι ο βυθός.
Μόνο στη γύμνια της ψυχής δεν προσδοκώ κουβέρτα,
γι' αυτό μοναχικός.
Έζησα θάλασσες, στεριές, το θάνατο είχα πάντα
πιστό συνοδηγό.
Τώρα που φτάνω στα τρελά τα πρώτα μου σαράντα,
δεν ξέρω να σιωπώ.
Όλοι τρελό με ξέρουνε, μα οι πράξεις μου σταράτες,
μπέσα, κι αληθινές.
Δεν έγινα έμπορος τρανός πουλώντας τους πατάτες,
βρόμικες και σαπρές.
Φοβόμουνα τους λογικούς, γι' αυτό δεν είπα κάτι,
χρόνια τώρα πολλά.
Όσοι νοούνταν φίλοι μου και μου 'βγαλαν το μάτι,
ήταν λειψή χαρά.
Ανάμεσά τους, που 'ζησα, ένιωσ' αγρίμια να 'ναι,
σκύλοι, ξεχωριστοί.
Είδα σ' αυτά τα δόντια τους, τις σάρκες να σκορπάνε,
λύσσα, μοναδική.
Δείχνοντάς τους τον Άνθρωπο, τους μίλησα γι' αγάπη,
δεν έβαλαν μυαλό.
Αρέσκονται τώρα να λεν: Πώς στο μυαλό εξετράπει ...
με βάφτισαν τρελό.
Μόνο γι' αγάπη ξέρω εγώ, για θάλασσες κι αστέρια,
φίλε μου, διαλεχτέ.
Αυτά που σ' ομολόγησα, τα κράτησα στα χέρια,
καλέ μου, κι αρεστέ.
Δώδεκα θα 'θελα
Έναν Γενάρη, θα 'θελα, με χιόνια και με κρύα.
Μες στου χωριού τη σιγαλιά, ν' ακούω τη νύχτα τα σκυλιά,
αργά, κατά της μία.
Έναν Φλεβάρη, θα 'θελα, σε κάποιο ερημονήσι.
Να 'χω μια βάρκα με πανιά και να γυρίζω όπως παλιά,
πίσω, κατά τη δύση.
Το μήνα Μάρτη, θα 'θελα, λουλούδια του να πιάσω.
Να κελαηδούνε τα πουλιά, κι όταν αντίκρυ μου η φωλιά,
ψυχή μου, ας ησυχάσω.
Έναν Απρίλη, θα 'θελα, κάτι από τη δροσιά του.
Να ζήσω του μεσημεριού, εκεί που η μάνα του φιδιού
νείρεται τα φιλιά του.
Του Μάη τα δέντρα, θα 'θελα κι ότι της γης δεν είδα ...
Να δω το πράσινο ποθώ, κι άλλοτε πια μη στερηθώ,
την όμορφη χλωρίδα.
Έναν Ιούνη, θα 'θελα, μ' όλα του τ' ακρογιάλια.
Για να βρεθώ εκεί μέσα της, στη δαντελένια τρέσα της
να ψάχνω για κοράλλια.
Θα 'θελα Ιούλη, να χαρώ μια ηλιόλουστη βαρκάδα.
Να 'χει μια θάλασσα παιδιά και να 'ν' τα πάντα όπως παλιά,
στην ξέγνοιαστην Ελλάδα.
Αύγουστο, θα 'θελα, κι εκεί να δίνομαι, με ζήλο!
Να 'ναι ζεστή - φλόγα κεριού η άμμος του καλοκαιριού,
να παίζω με τον ήλιο.
Έναν Σεπτέμβρη, θα 'θελα, να ζήσω αυτή τη στρώση:
Φύλλο να γίνω ξερικό και να μ' αρπάξει τ' αερικό,
δίχως να με πληγώσει.
Έναν Οκτώβρη, θα 'θελα να τρέξω, να σκορπίσω!
Οι στοχασμοί μου οι πιο πολλοί... αχ, να πατούσανε τη γη,
που 'θελα εγώ να ζήσω.
Έναν Νοέμβρη, θα 'θελα, κλωνάρι για ν' αγγίξω!
Κι όταν θα φτάνει ο εσπερινός, βαρύς και γκρίζος ο ουρανός
να 'ναι, για να βογγίξω.
Έναν Δεκέμβρη, ολάκερο! θα 'θελα και να βρέχει.
Ν' αναπολώ στο τζάμι ορθός και να 'ναι αδιάκοπος καιρός -
όσο η ψυχή μου, αντέχει!!
O ποιητής
Κι όμως,
το πέρασμά του από τον κόσμο,
οσμή από μέντα κι από δυόσμο.
Ψυχή? Καθρέπτης!
Οι πράξεις, όλες του είχαν ρότα,
ανθόνερο έσταζαν - ιδρώτα.
Δεν ήταν ψεύτης.
Αν άνθρωπο, έβλεπε με πόνο,
σ' εκείνον έτρεχε, και μόνο
για να φροντίσει.
Κι αν έβρισκε, λάθος πυξίδα ...
πάλευε, την ψυχή - πλεξίδα,
για να 'βρει λύση.
Κι όμως,
τ' ανθρώπινο λίκνο, π' αλλάζει,
που 'καμε την ψυχή να μοιάζει
σε βάρος - χρήμα,
στενάχωρα έπεσε του ανθρώπου -
δείτε την όψη του προσώπου ...
πάνω απ' τη ρίμα.
Μόνο, μια στάση, αμφίβιας διαδρομής ...
κι αντίκρισα στο βλέμμα σου,
τοπία με χρώματα·
του θαυμασμού μικρά ηλιοτρόπια.
- Σε μυστικό ακρομόλι,
δροσιά σε αντιλαμβάνομαι.
Στο σώμα μου, Αργοναύτη.
Ακρόπρωρη μορφή που χάραξαν
τα λόγια των ανέμων.
οι πρώτοι χαρτογράφοι
βασιλιάδες της Θάλασσας...
-Τις λέξεις, θ' αφροσβήσω
άμα περίσσια σκόρπισες ...
- Στο λόγο μου, η πανσέληνος!
Ανυποψίαστος έγραψα ...
και βέβαια ταξιδεύω
πορεία στην άβυσσο ...
george manetas
RSS: